αμπλακίσκω

ἀμπλακίσκω (Α)
1. δεν κατορθώνω, αποτυγχάνω, υπολείπομαι
2. χάνω, στερούμαι
3. διαπράττω σφάλμα ή αμάρτημα, αμαρτάνω, σφάλλω, γελιέμαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεστ. είναι νεώτερος σχηματισμός από το απαρέμφ. αορ. β΄ ἀμπλακεῖν. Άγνωστ. ετυμ. Εάν ο αρχικός τύπος είναι ἀμβλακεῖν (Αρχίλοχος), τότε πιθ. να συνδέεται με το ἀμβλίσκω και το βλάξ, αλλά μια τέτοια σύνδεση δεν ερμηνεύεται πειστικά ούτε μορφολογικά ούτε σημασιολογικά.
ΠΑΡ. αρχ. ἀμπλάκημα, ἀμπλακία, ἀμπλάκιον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… …   Dictionary of Greek

  • αμπλάκημα — ἀμπλάκημα, το (Α) σφάλμα, πλάνη, αμάρτημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμπλακεῖν (απαρέμφατο αορ. β τού μτγν. ἀμπλακίσκω)] …   Dictionary of Greek

  • αμπλάκιον — ἀμπλάκιον, το (Α) το αμπλάκημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμπλακεῖν (απαρ. αορ. β τού μτγν. ἀμπλακίσκω)] …   Dictionary of Greek

  • αμπλακία — ἀμπλακία, η (Α) το ἀμπλάκημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμπλακεῖν (απαρ. αορ. β του μτγν. ἀμπλακίσκω)] …   Dictionary of Greek

  • αναμπλάκητος — ἀναμπλάκητος, ον (Α) [ἀμπλακίσκω] 1. αυτός που δεν σφάλλει, δεν αποτυγχάνει, δεν αστοχεί 2. αυτός που δεν κάνει λάθη ή αμαρτήματα, αναμάρτητος, αλάνθαστος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.